Στάθης Β. Βλαχάκος – Θεόδωρος Χρ. Χήρας BLEU. ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ.


Το μυθιστόρημα *Bleu* των Στάθη Β. Βλαχάκου και Θεόδωρου Χρ. Χηρά εγγράφεται σε μία ιδιαίτερη κατηγορία σύγχρονης αφηγηματικής παραγωγής, όπου η πλοκή εκκινεί από ένα σχεδόν τυχαίο γεγονός –ένα έγκλημα– για να εξελιχθεί σε μια ενδοσκόπηση ταυτότητας, ενοχής και συγγραφικής αυτοαναίρεσης. Η ιστορία περιστρέφεται γύρω από δύο παράλληλες, και εν τέλει διαπλεκόμενες, πορείες: του Ζωρζ Λεκλέρ και του Ζιλιέν Αστρίντ, δύο συγγραφέων με ριζικά διαφορετικές αφετηρίες, κοινωνικές θέσεις και κοσμοαντιλήψεις.


Ο Ζωρζ, νέος άντρας από τη Νορμανδία, μεταφέρεται εν αγνοία του στο Παρίσι από τη μητέρα του –μία ακροβάτισσα που φαίνεται να ορίζει περισσότερο τη ζωή του με πράξεις, παρά με λόγια. Η αναγκαστική του μετεγκατάσταση στον αστικό ιστό της "πόλης του φωτός" δεν αποτελεί απλώς μια γεωγραφική μετατόπιση, αλλά μια μεταφορά από τον παθητικό ρόλο του παιδιού στην άχαρη αναζήτηση του εαυτού μέσα σε ένα περιβάλλον αλλοτριωτικό και αδιάφορο. Ο ήρωας, περιπλανώμενος στο Παρίσι ως ενήλικας, ενδίδει κάποια στιγμή σε μια πράξη παραβατικότητας –ένα στοιχείο που θα μπορούσε να ιδωθεί τόσο ως αποτυχία κοινωνικής ένταξης όσο και ως ασυνείδητη κραυγή ταυτότητας.


Η τροπή έρχεται με την εμπλοκή της Εγκληματολογικής Υπηρεσίας, η οποία, μέσω εσφαλμένων δεδομένων DNA, οδηγείται στη σύλληψη του Ζιλιέν Αστρίντ –μιας φιγούρας που λειτουργεί ως αντιθετικός πόλος του Ζωρζ. Ο Αστρίντ, ήδη καταξιωμένος συγγραφέας και έντονη δημόσια φιγούρα, όχι μόνο δεν αρνείται τις κατηγορίες, αλλά φαίνεται να τις αποδέχεται, ίσως και να τις επιζητεί. Η στάση αυτή δεν μπορεί παρά να αναγνωσθεί ως ειρωνική ανατροπή του ρόλου του δημιουργού: εδώ, ο συγγραφέας αναλαμβάνει το ρόλο του ενόχου, του "ήρωα" μιας άλλης ιστορίας, όχι από ανάγκη αλλά από επιλογή, σαν να θέλει να υπερβεί τα όρια της μυθοπλασίας και να βιώσει τη δική του αφήγηση με σάρκα και οστά.

Η σχέση των δύο αντρών δεν χτίζεται πάνω στην επαφή, αλλά μέσα από μία μεταφυσική και σχεδόν λογοτεχνική συνύπαρξη. Ο ένας καθορίζει τη μοίρα του άλλου χωρίς συνειδητότητα, χωρίς ουσιαστική γνωριμία, σαν δύο συγγραφείς που, γράφοντας παράλληλα, επεμβαίνουν στα κείμενα ο ένας του άλλου. Η εμμονή που αναπτύσσεται μεταξύ τους δεν είναι συναισθηματική, αλλά υπαρξιακή: ο Αστρίντ φαίνεται να βρίσκει νέο νόημα μέσα από τη "ζωή" του Ζωρζ, ενώ ο Ζωρζ έλκεται ανεξήγητα από την παρουσία και την ταυτότητα του Αστρίντ, σαν να ψάχνει στον άλλον τον δικό του εν δυνάμει εαυτό.

Το *Bleu* είναι ένα έργο που διαπραγματεύεται τη θεματική της ταυτότητας μέσα από το πρίσμα της σύγχυσης και της αντιστροφής. Η γλώσσα λειτουργεί υποδόρια, ενώ η πόλη –το Παρίσι– δεν είναι απλώς φόντο, αλλά ενεργός παράγοντας αλλοίωσης και σύγκρουσης. Η επιλογή των συγγραφέων να δώσουν περιορισμένο πραγματικό χρόνο συνύπαρξης στους δύο ήρωες ενισχύει την εντύπωση ότι βρισκόμαστε περισσότερο ενώπιον ενός στοχασμού πάνω στη συγγραφική πράξη και την υποκειμενικότητα της αλήθειας, παρά απέναντι σε ένα παραδοσιακό ψυχολογικό δράμα.
Η αφηγηματική δομή του *Bleu* δεν υπακούει σε γραμμικότητα ούτε σε συμβατικά μοτίβα πλοκής. Αντιθέτως, οι συγγραφείς επιλέγουν μία σχεδόν θραυσματική αφήγηση, όπου ο χρόνος λειτουργεί αποσπασματικά και οι αφηγηματικές φωνές διασπώνται ή υπονομεύονται η μία από την άλλη. Το στοιχείο αυτό ενισχύει την αίσθηση μιας ψυχολογικής ασάφειας και ενδοσκόπησης, καθώς και την αδυναμία του αναγνώστη να εντοπίσει σταθερά σημεία αναφοράς. Σε αυτό το πλαίσιο, η ταυτότητα –τόσο η προσωπική όσο και η συγγραφική– δεν είναι δεδομένη ούτε μονοσήμαντη, αλλά προκύπτει μέσα από μία σειρά από αλλεπάλληλους καθρέφτες και παραμορφώσεις.

Η επιλογή του τίτλου *Bleu* (μπλε), πέρα από το προφανές αισθητικό και συμβολικό του φορτίο, λειτουργεί και ως θεματικός άξονας: το μπλε χρώμα στην ψυχολογία συνδέεται συχνά με την μελαγχολία, τη σκέψη, την εσωστρέφεια – στοιχεία που διαποτίζουν ολόκληρη την αφήγηση. Είναι επίσης το χρώμα της απουσίας θέρμης, της απόστασης, ίσως και της πνευματικής ελευθερίας, όπως αυτή την αντιλαμβάνεται ένας συγγραφέας που επιλέγει να εγκλειστεί για να ξαναγράψει τη μοίρα του. Στην περίπτωση του Ζιλιέν Αστρίντ, ο εγκλεισμός δεν είναι τιμωρία αλλά απελευθέρωση· αντιστρέφει τον ρόλο του φυλακισμένου και καθίσταται συγγραφέας της ίδιας του της ενοχής, σαν να αναζητά την αυθεντικότητα μέσα από την αυτοκαταστροφή.

Από την άλλη, ο Ζωρζ Λεκλέρ, ως αντι-ήρωας, κινείται αμήχανα μεταξύ παθητικότητας και ταύτισης με την εικόνα που χτίζει γι’ αυτόν το σύστημα, η κοινωνία, ίσως και ο ίδιος ο Αστρίντ. Η ενοχή, σε αυτό το πλαίσιο, αποβάλλει τον νομικό της χαρακτήρα και προσλαμβάνει υπαρξιακή διάσταση: δεν έχει σημασία ποιος διέπραξε το "έγκλημα", αλλά ποιος είναι πρόθυμος να το φέρει, να το μεταβολίσει και να το ανασυνθέσει ως αφήγημα. Το μυθιστόρημα, έτσι, γίνεται μια άσκηση στην εκούσια μετάθεση της ευθύνης και της ταυτότητας, ένας στοχασμός πάνω στη δυνατότητα να υπάρχουμε μέσα από τους άλλους –είτε ως καθρέφτες, είτε ως προβολές.

Σημαντικό ρόλο στον αφηγηματικό πυρήνα παίζει και το στοιχείο της μεταφοράς: από τη Νορμανδία στο Παρίσι, από την αθωότητα στην ενοχή, από τη λήθη στην υπερέκθεση, από την απλή ζωή στην περίπλοκη ταυτοτική παλινδρόμηση. Οι μετακινήσεις αυτές δεν είναι απλώς χωρικές αλλά υπαρξιακές, συνιστώντας στάδια μιας ιδιότυπης *bildungsroman* χωρίς λύτρωση. Η ενηλικίωση του Ζωρζ δεν έρχεται μέσω της εμπειρίας αλλά μέσω του τραύματος –ενός τραύματος που, παραδόξως, του "δανείζεται" κάποιος άλλος για να μπορέσει ο ίδιος να υπάρξει μέσα από αυτό.

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί η επιλογή των συγγραφέων να αφήσουν την αφήγηση ανοιχτή, χωρίς τελική σύγκρουση ή κάθαρση. Αυτή η αποφυγή ολοκλήρωσης δεν συνιστά αφηγηματική αδυναμία, αλλά ιδεολογική θέση: η ζωή –όπως και η γραφή– δεν τελειώνει, αλλά ανακυκλώνεται, παραμορφώνεται και αναπλάθεται μέσα από τον Άλλον. Ο αναγνώστης δεν καλείται να εντοπίσει τον "ένοχο", αλλά να αναγνωρίσει την ευθραυστότητα του ίδιου του εαυτού μπροστά στην τυχαιότητα, στην προβολή, στην αφήγηση.

Μέσα σε αυτό το πολυεπίπεδο αφήγημα του *Bleu*, αναδεικνύεται με ένταση η λειτουργία της ενοχής ως αφηγηματικού εργαλείου αλλά και ως ψυχικού μηχανισμού συγκρότησης του υποκειμένου. Η ενοχή, είτε ως πραγματική συμμετοχή σε ένα έγκλημα είτε ως μεταβιβασμένη εμπειρία μέσω της αφήγησης, καθίσταται το υπαρξιακό σημείο σύγκλισης ανάμεσα στους δύο ήρωες. Ο Ζιλιέν Αστρίντ ενσαρκώνει την παρωδία της μετανεωτερικής ενοχής: δεν είναι ο δράστης, αλλά αποδέχεται την ενοχή με έναν τρόπο σχεδόν θεατρικό, σαν να πρόκειται για έναν ρόλο που επιτέλους δίνει νόημα σε μια ζωή εν κενώ. Ένας συγγραφέας που έχει εξαντλήσει το περιεχόμενο της μυθοπλασίας του και που αναζητά νέα υλικά μέσα από την κυριολεκτική εμπλοκή με το πραγματικό.

Απέναντί του, ο Ζωρζ Λεκλέρ βρίσκεται εγκλωβισμένος στην ανυπαρξία μιας "μη-ιστορίας". Δεν είναι ο συγγραφέας, δεν είναι ο ένοχος, δεν είναι καν ο πρωταγωνιστής· η ζωή του σημασιοδοτείται μόνο όταν τη σφετερίζεται κάποιος άλλος. Η θέση του Ζωρζ εγείρει κρίσιμα ερωτήματα για την πολιτισμική αναπαράσταση των «σιωπηλών υποκειμένων» –εκείνων που υπάρχουν στο περιθώριο της ιστορίας, ανώνυμα, έως ότου κάποιος άλλος τους δώσει φωνή, ακόμα και μέσω παρανόησης ή παραποίησης.

Η γλώσσα του *Bleu* ακολουθεί αυτή την πολυπλοκότητα. Οι συγγραφείς υιοθετούν μία ύφος κοφτό, ελλειπτικό, με διακειμενικές αναφορές και ψυχρές περιγραφές, που όμως λειτουργούν αντιστικτικά προς το δραματικό φορτίο των γεγονότων. Η στυλιστική αυτή επιλογή εντείνει την αίσθηση αποστασιοποίησης, σαν οι ήρωες να είναι θεατές της δικής τους ζωής ή –ακόμη περισσότερο– πρωταγωνιστές σε ένα έργο γραμμένο από κάποιον άλλο. Αυτό το παιχνίδι οπτικής γωνίας ενισχύει την αίσθηση πως η αλήθεια είναι πάντοτε διαμεσολαβημένη και πως ο έλεγχος της αφήγησης είναι πρωτίστως εργαλείο εξουσίας.

Παράλληλα, το Παρίσι –ως σκηνικό– δεν λειτουργεί ρεαλιστικά, αλλά περισσότερο ως υπερτοπία: ένα σύμπαν κλειστό, φορτισμένο, όπου οι άνθρωποι περιφέρονται σαν σκιές και όπου οι θεσμοί (όπως η Αστυνομία, η Εγκληματολογική Υπηρεσία, οι Εκδόσεις) δεν υπηρετούν την απονομή δικαιοσύνης ή την αλήθεια, αλλά την αναπαραγωγή ενός παραδείγματος εξουσίας και αφήγησης. Ο κόσμος του *Bleu* είναι μεταμοντέρνος, όχι με την έννοια του στυλ, αλλά με την έννοια της αποδόμησης: τίποτα δεν είναι βέβαιο, κανείς δεν είναι αυθεντικός, και κάθε ταυτότητα είναι αποτέλεσμα ενός διαρκούς δανεισμού, μιας αλυσίδας ρόλων, προβολών και απωθήσεων.

Η σχέση των δύο αντρών, αν και σπάνια υλοποιείται σε φυσική συνάντηση, μοιάζει να έχει κάτι το μεταφυσικό, σαν ένα νήμα να τους ενώνει μέσα από το ίδιο το γεγονός της ύπαρξής τους. Είναι δύο όψεις της ίδιας υπαρξιακής ρωγμής: ο ένας ενσαρκώνει το βάρος της έκθεσης και της δημόσιας ταυτότητας, ενώ ο άλλος σιωπά, εκπροσωπώντας το ανώνυμο, το αθέατο, το υπαρξιακά αδικαίωτο. Το γεγονός ότι η μοίρα τους παραμένει δεμένη ακόμα και μετά τη λήξη της «ιστορίας» –ή μάλλον, την αποτυχία της ιστορίας να τους διαχωρίσει– ενισχύει την αίσθηση πως πρόκειται για ένα έργο βαθιά φιλοσοφικό, που επιχειρεί να διαπραγματευτεί το πολύπλοκο ζήτημα της ανθρώπινης ταυτότητας σε έναν κόσμο όπου η αφήγηση δεν είναι απλώς μέσο επικοινωνίας αλλά πράξη επιβολής.

Αναπτύσσοντας περαιτέρω τον στοχαστικό πυρήνα του *Bleu*, μπορούμε να υποστηρίξουμε πως οι συγγραφείς διατυπώνουν μια υπαρξιακή θεωρία της αφήγησης, όπου η συγγραφή δεν αποτελεί απλώς δημιουργική πράξη αλλά μεταφυσική εμπλοκή με τον Άλλον. Η μυθιστορηματική διάταξη του Ζιλιέν Αστρίντ και του Ζωρζ Λεκλέρ μπορεί να αναγνωστεί ως μια αλληγορία για τον ίδιο τον ρόλο του συγγραφέα και του χαρακτήρα, ή ακόμη και του αναγνώστη. Ο ένας δημιουργεί, ο άλλος επωμίζεται· ο ένας κατοικεί τον λόγο, ο άλλος καταλαμβάνεται από αυτόν. Η αποδοχή της ενοχής από τον Αστρίντ δεν είναι απλώς μια ηθική επιλογή, αλλά μια πράξη ιδιοποίησης της ζωής του άλλου, με όρους απόλυτου συγγραφικού ελέγχου: αποφαίνεται όχι μόνο τι είναι αληθές, αλλά και ποιος δικαιούται να το εκπροσωπήσει.

Ο Λεκλέρ, από την άλλη, στέκεται έξω από τη γλώσσα. Είναι ένας άνθρωπος χωρίς αφήγηση, ή μάλλον ένας άνθρωπος του οποίου η αφήγηση μεταγράφεται διαρκώς από άλλους. Δεν γράφει· ούτε καν μιλά· παρίσταται, υπόκειται, παρανοείται. Είναι ο «ανώνυμος» στον οποίο αναφέρεται ο Μπλανσό, ο άνθρωπος που υπάρχει μόνο για να διεκδικήσει, εκ των υστέρων και μάταια, την αναγνώρισή του ως υποκείμενο. Το σύστημα δεν τον συλλαμβάνει –όχι γιατί είναι αθώος, αλλά γιατί είναι αόρατος. Και αυτή η αορατότητα είναι που θεμελιώνει τον τραγικό του χαρακτήρα: ένας άνθρωπος χωρίς ιδιοκτησία επί της δικής του ιστορίας.

Αυτό το δίπολο «παρουσίας–εκτοπισμού», «φωνής–σιωπής», «δημιουργίας–υποταγής», συνιστά και την θεμελιώδη πολιτική διάσταση του *Bleu*. Το μυθιστόρημα δεν είναι απλώς υπαρξιακό ή φιλοσοφικό· εγείρει σαφώς πολιτικά ερωτήματα για το ποιος έχει πρόσβαση στο συμβολικό κεφάλαιο της έκφρασης, ποιος μπορεί να καταλάβει τη δημόσια σφαίρα της αφήγησης, και ποιος παραμένει εγκλωβισμένος σε έναν λόγο που δεν του ανήκει. Η ταυτότητα, υπό αυτό το πρίσμα, δεν είναι έμφυτη· είναι εξουσιαστικά κατασκευασμένη. Και η ενοχή, αντιστοίχως, δεν προκύπτει από την πράξη, αλλά από την ικανότητα ή ανικανότητα κάποιου να διεκδικήσει την πράξη του ως δική του.

Η αποδόμηση της "αλήθειας" είναι επίσης ένα κεντρικό νήμα του έργου. Καμία εκδοχή των γεγονότων δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί με απόλυτη βεβαιότητα· κάθε γνώση είναι έμμεσα ή άμεσα μεσολαβημένη από θεσμούς, υποκειμενικές προσλήψεις ή δημιουργικές επεμβάσεις. Η Αστυνομία, που υποτίθεται πως υπηρετεί την τεκμηρίωση της αλήθειας, αποδεικνύεται ευάλωτη στην τεχνική πλάνη, ενώ ο συγγραφέας, που δημιουργεί μυθοπλασίες, εμφανίζεται τελικά να έχει τη μεγαλύτερη επίδραση στο «τι πιστεύεται ως αληθές». Έτσι, το έργο υπονομεύει τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο τεκμήριο και το αφήγημα, ανάμεσα στο γεγονός και στην ερμηνεία.

Η ελάχιστη φυσική συνάντηση των δύο ηρώων υπογραμμίζει την ειρωνεία αυτής της σχέσης: οι ζωές τους τέμνονται όχι γιατί το επιθυμούν, αλλά γιατί το απαιτεί μια μορφή κοσμικού ή αφηγηματικού μηχανισμού που λειτουργεί ανεξάρτητα από τη βούλησή τους. Σε αυτό το σημείο, η δομή του *Bleu* θυμίζει θεατρικό έργο με δύο πρωταγωνιστές που παίζουν σε διαφορετικές σκηνές, αλλά ανταλλάσσουν ρόλους χωρίς να το γνωρίζουν. Ο ένας γράφει την ενοχή του άλλου, ο άλλος υφίσταται τη σιωπή του πρώτου.

Η αφηγηματική τεχνική που επιλέγεται –με διαδοχικά θραύσματα, εναλλαγή φωνών και ελλειπτικές συνδέσεις– δεν επιτελεί απλώς ύφος, αλλά θεσμοθετεί μορφολογικά το ίδιο το αίτημα του έργου: ότι η αφήγηση είναι πάντα μερική, πάντα κομματιασμένη, και πως η ενότητα του εαυτού είναι μια ψευδαίσθηση της αναγνωστικής συνείδησης. Σε έναν κόσμο όπου όλα τα σύνορα είναι ρευστά –ηθικά, ταυτοτικά, αφηγηματικά–, το μόνο που απομένει είναι η ίδια η πράξη της αναζήτησης. Όχι της αλήθειας, αλλά της δυνατότητας να πεις «αυτό είμαι», έστω και μέσα από τα λόγια κάποιου άλλου.

Το *Bleu* ανατρέπει τη συμβατική αφήγηση του "μοιραίου λάθους" ως μεμονωμένου περιστατικού. Εδώ, το λάθος δεν είναι ατύχημα –είναι σύμπτωμα. Είναι η αντανάκλαση ενός συστήματος πολιτισμικού και θεσμικού, που λειτουργεί όχι με βάση την τεκμηρίωση, αλλά με βάση την ερμηνεία. Το σύστημα, η αστυνομία, οι ανακριτές, οι αναγνώστες ακόμη, δεν ενδιαφέρονται να ανακαλύψουν το γεγονός καθαυτό. Ενδιαφέρονται να το νοηματοδοτήσουν, να το αφηγηθούν, να το εντάξουν σε ένα προϋπάρχον πλαίσιο νοηματικής αναγνωσιμότητας. Η κατασκευή της ενοχής του Ζιλιέν Αστρίντ είναι τόσο πειστική ακριβώς επειδή ανταποκρίνεται στις πολιτισμικές προσδοκίες για το τι "είναι" ένας ταραγμένος συγγραφέας: εκκεντρικός, προκλητικός, ακραίος. Δεν καταδικάζεται για την πράξη, αλλά για τον ρόλο που ήδη παίζει στα μάτια του κοινού.

Εδώ εγείρεται και ένα κεντρικό ερώτημα περί της ευθύνης της τέχνης: μπορεί η δημιουργικότητα να αποσυνδεθεί από την ηθική; Ή, αντίθετα, κάθε πράξη γραφής, κάθε απόδοση νοήματος, φέρει μέσα της την ευθύνη για το πώς συγκροτούνται τα υποκείμενα στην κοινωνία; Το *Bleu* δεν απαντά ρητά. Όμως η σύλληψη της γραφής ως πράξης υψηλού υπαρξιακού κόστους –μιας γραφής που κατασκευάζει ταυτότητες, αλλοιώνει τις σχέσεις, ανατρέπει ζωές– προσδίδει στην αφήγηση μια δραστικότητα που υπερβαίνει τα όρια της λογοτεχνίας. Ο συγγραφέας δεν είναι απλός παρατηρητής· είναι συμμέτοχος, ακόμη και θύτης, ακόμη και θύμα.

Η δραματουργία της αντιστροφής λειτουργεί πολλαπλά: ο ένοχος παρουσιάζεται ως αθώος, ο αθώος ως μη-πρόσωπο, η δικαιοσύνη ως αφήγηση, και η αφήγηση ως μορφή κυριαρχίας. Ο Ζιλιέν Αστρίντ είναι ένας *homo narrans*, ένα υποκείμενο που επιβιώνει μέσω της γραφής –αλλά με κόστος την απώλεια του πραγματικού. Ο Ζωρζ Λεκλέρ είναι ο *homo silens*· ένα υποκείμενο που επιβιώνει σιωπώντας, ζώντας στο περιθώριο του λόγου, της ορατότητας, της αναπαράστασης. Και οι δύο, όμως, υποφέρουν –όχι για ό,τι έκαναν, αλλά για ό,τι συμβολίζουν.

Το *Bleu* θα μπορούσε να ιδωθεί και ως μια αλληγορία του ίδιου του σύγχρονου ανθρώπου: ενός όντος που ζει εγκλωβισμένο ανάμεσα στην ανάγκη να εκφραστεί και στον φόβο ότι κάθε του λέξη θα παρερμηνευτεί· που διψά για αναγνώριση, αλλά τρέμει τις συνέπειες της έκθεσης· που επιθυμεί να γίνει ορατός, αλλά τελικά νοσταλγεί την ασφάλεια της αφάνειας. Αυτή η αντίφαση –αυτή η *διπλή συνθήκη επιθυμίας και άρνησης*– αποτελεί τον κρυφό ιστό του μυθιστορήματος. Κάθε πρόταση, κάθε σκηνή, κάθε σιωπή λειτουργεί εντός αυτού του υπαρξιακού κενού, όπου το υποκείμενο διαπραγματεύεται τη δυνατότητα να υπάρξει χωρίς να διαλυθεί μέσα στο βλέμμα του Άλλου.

Σε τελική ανάλυση, το *Bleu* είναι περισσότερο από ένα φιλοσοφικό αστυνομικό αφήγημα. Είναι ένας καθρέφτης τού πώς γράφουμε –και ξαναγράφουμε– τους εαυτούς μας μέσα στον κόσμο. Πώς υιοθετούμε ρόλους που δεν μας ανήκουν· πώς παραδίδουμε τη φωνή μας σε άλλους· πώς σιωπούμε ως στρατηγική επιβίωσης. Είναι ένα έργο που απαιτεί όχι απλώς προσοχή, αλλά υπαρξιακή συμμετοχή. Ο αναγνώστης δεν μπορεί να παραμείνει ουδέτερος. Αναγκάζεται να επιλέξει: θα είναι ο Ζιλιέν, που γράφει ακόμα και την πτώση του, ή ο Ζωρζ, που υφίσταται τη γραφή του άλλου χωρίς ποτέ να απαντά;

Ίσως το μεγαλύτερο ερώτημα που αφήνει το *Bleu* είναι τελικά το εξής:
**ποια είναι η τιμή του να έχεις αφήγηση –και ποια του να μην έχεις καμία;**
Το έργο δεν δίνει απαντήσεις. Αλλά μας αναγκάζει να αναλογιστούμε τις δικές μας.









 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου