Πέρα για πέρα...
μακριά από το εφήμερο,
εκεί που η ψυχή ψιθυρίζει δίχως φόβο.
Κάτι απ’ το σύμπαν με τραβάει
ένα βλέμμα αόρατο, μια σπασμένη λέξη,
το μουρμουρητό ενός ανέμου
που δεν ήρθε ποτέ να με γαληνέψει.
Περπατώ στις άκρες της σκέψης,
εκεί που οι σκιές
έχουν το βάρος της μνήμης.
Ό,τι αγάπησα μένει εκεί,
ανάμεσα σε μια στιγμή που έφυγε
και σε μια άλλη που δεν ήρθε ποτέ.
Κι όμως,
μέσα σε όλον αυτόν τον ερειπιώνα,
μια σπίθα ανάβει
ίσως ελπίδα, ίσως πλάνη,
μα είναι αρκετή για να συνεχίσω.
Ας είναι λοιπόν,
αν κάθε κύμα είναι πρόβατο,
τότε εγώ θα γίνω βοσκός των ονείρων μου.
Να τα οδηγήσω μακριά απ’ την παγίδα,
σε νερά καθαρά,
όπου η προσευχή συναντά την πράξη
κι ο καημός γίνεται δημιουργία.
Είναι περίεργο,
πώς ο χρόνος δεν περνά
μονάχα γυρίζει γύρω απ’ τα βήματά μου,
σαν σκιά που ξέχασε να φύγει.
Καθισμένος στ’ αόρατο παγκάκι της ψυχής,
κρατώ στα χέρια μου
ένα κομμάτι απ’ το σκοτάδι
όχι για να το πολεμήσω,
μα για να το καταλάβω.
Κι όσο η θάλασσα ψιθυρίζει με τα κύματά της,
τόσο πιο βαθιά βυθίζομαι
σε μια σιωπή που δεν τρομάζει,
μα παρηγορεί.
Πού είναι τα λόγια που δεν ειπώθηκαν ποτέ;
Κάπου ανάμεσα στις ρωγμές της ανάσας μου.
Κι οι άνθρωποι;
Περνούν, αγγίζουν, ξεχνιούνται
όπως το αφρόγυαλο που αφήνει το κύμα
και χάνεται στο πουθενά.
Μα εγώ ακόμη εδώ.
Αφουγκράζομαι τον παλμό των πραγμάτων.
Ονειρεύομαι με τα μάτια ανοιχτά
και με την καρδιά
ξαπλωμένη στην άκρη ενός απέραντου "ίσως".
Ίσως να υπάρξει γαλήνη.
Ίσως να μείνουν κάποτε οι στίχοι μου
σε κάποιον άλλο
σαν παλμός, σαν σπόρος, σαν χάδι.
Και τότε, ναι
θα έχει δικαιωθεί ο καημός,
θα έχει σωπάσει το βέλασμα,
και το κύμα θα ’ναι πια
μια γλυκιά επιστροφή στο φως.
Κι αν όλα χαθούν, εγώ θα υπάρχω — σαν ψίθυρος μέσα στο κύμα.
Κι αν με ρωτήσεις πού είμαι τώρα,
θα σου πω:
Εκεί όπου κάθε κύμα
ψιθυρίζει το όνομά μου
χωρίς να το ξέρει.
Βαθιά μέσα στη σιωπή, πέρα για πέρα μακριά από το εφήμερο, εκεί όπου η ψυχή μπορεί επιτέλους να ψιθυρίσει χωρίς φόβο, ξεκινά ένα ταξίδι. Δεν είναι τόπος συγκεκριμένος, ούτε στιγμή που μπορείς να ορίσεις με το ρολόι· είναι περισσότερο μια αίσθηση, ένας εσωτερικός παλμός που σε τραβά. Κάτι από το σύμπαν, ένα ανεπαίσθητο βλέμμα που δεν βλέπεται, μια λέξη που έχει σπάσει στα δύο και δεν αρθρώνεται πια. Ίσως είναι ο ψίθυρος ενός ανέμου που δεν ήρθε ποτέ να φέρει τη γαλήνη του, κι όμως επιμένει να υπάρχει στη σκέψη, σαν φαντασμαγορία που δεν ξεθωριάζει.
Εκεί, στις άκρες της σκέψης, βαδίζω. Σ’ έναν χώρο που δεν ανήκει στο φως ούτε στο σκοτάδι, αλλά σε κάτι ενδιάμεσο. Οι σκιές γύρω μου έχουν βάρος – όχι φυσικό, αλλά συναισθηματικό, το βάρος της μνήμης. Ό,τι αγάπησα έχει φωλιάσει εκεί, ανάμεσα σε μια στιγμή που πέρασε και δεν θα ξανάρθει, και σε μία άλλη που ίσως ποτέ δεν θα φτάσει. Και παρ’ όλα αυτά, μέσα σ’ αυτόν τον ερειπιώνα που λέγεται παρελθόν, κάτι ανάβει – μια σπίθα. Ίσως είναι ελπίδα, ίσως αυταπάτη. Μα αρκεί για να συνεχίσω.
Και έτσι, αποφασίζω: αν κάθε κύμα είναι πρόβατο, τότε εγώ θα γίνω ο βοσκός των ονείρων μου. Θα τα οδηγήσω πέρα από την παγίδα της φθοράς, σε νερά καθαρά, εκεί όπου η προσευχή δεν είναι απλώς ευχή αλλά πράξη· εκεί όπου ο καημός δεν πνίγει αλλά γεννά δημιουργία.
Είναι παράξενο πώς ο χρόνος δεν περνά — απλώς γυρίζει γύρω από τα βήματά μου, σαν σκιά που ξέχασε να αποχωρήσει. Καθισμένος σ’ ένα αόρατο παγκάκι που η ψυχή μου το αναγνωρίζει, κρατώ στα χέρια μου ένα κομμάτι σκοτάδι. Όχι για να το διώξω, ούτε για να το πολεμήσω. Το κρατώ για να το καταλάβω, γιατί μόνο έτσι μπορεί να μεταμορφωθεί.
Η θάλασσα συνεχίζει να ψιθυρίζει με τα κύματά της, κι όσο εγώ ακούω, τόσο βυθίζομαι σε μια σιωπή που δεν με τρομάζει – με παρηγορεί. Αναρωτιέμαι πού βρίσκονται τα λόγια που ποτέ δεν ειπώθηκαν. Ίσως βρίσκονται μέσα στις ρωγμές της ανάσας μου, κρυμμένα εκεί, περιμένοντας τη στιγμή που θα ακουστούν.
Οι άνθρωποι περνούν, αγγίζουν για λίγο, και μετά ξεχνιούνται. Όπως το αφρόγαλο που αφήνει το κύμα στην άκρη και το παίρνει πίσω στο τίποτα. Μα εγώ ακόμη εδώ. Ακούω τον παλμό των πραγμάτων, των στιγμών, των άυλων και αθέατων. Ονειρεύομαι χωρίς να κλείνω τα μάτια και αφήνω την καρδιά μου ξαπλωμένη στην άκρη ενός απέραντου "ίσως".
Ίσως να υπάρξει γαλήνη. Ίσως οι στίχοι μου κάποτε να μείνουν σε κάποιον άλλο. Να γίνουν παλμός, σπόρος ή χάδι. Κι αν συμβεί αυτό, τότε ναι – θα έχει δικαιωθεί ο καημός μου. Θα έχει σωπάσει το βέλασμα, και το κύμα θα πάψει να είναι αβεβαιότητα – θα γίνει επιστροφή στο φως.
Κι αν όλα χαθούν, εγώ θα συνεχίσω να υπάρχω. Ίσως όχι σαν σώμα ή παρουσία, αλλά σαν ψίθυρος μέσα στο κύμα. Κι αν με ρωτήσεις πού είμαι τώρα, δεν θα σου πω τόπο. Θα σου πω: εκεί όπου κάθε κύμα ψιθυρίζει το όνομά μου χωρίς να το ξέρει.
Εκεί λοιπόν υπάρχω. Όχι με τον τρόπο που συνηθίζουμε να μετράμε την ύπαρξη – με βιολογικούς παλμούς και χειροπιαστές αποδείξεις – αλλά με έναν πιο ανεπαίσθητο, σχεδόν αιθέριο τρόπο. Υπάρχω μέσα στα ενδιάμεσα: στις παύσεις ανάμεσα σε δύο αναπνοές, στο βλέμμα που μένει λίγο παραπάνω, στη λέξη που δεν ειπώθηκε μα νιώστηκε.
Καθώς περπατώ ανάμεσα στα ίχνη του χρόνου, καταλαβαίνω πως τίποτα δεν είναι εντελώς παρελθόν. Ό,τι ζήσαμε, ό,τι νιώσαμε, ακόμη κι όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ, δεν χάνονται. Απλώς αλλάζουν μορφή. Μετατρέπονται σε κάτι άλλο — σε εικόνες που επιστρέφουν στα όνειρα, σε αναμνήσεις που μοιάζουν να έρχονται από άλλη ζωή, σε ποιήματα που κανείς δεν ξέρει πότε γράφτηκαν και γιατί.
Κάθε τόσο, μια αόρατη φωνή με προσκαλεί να σταθώ· να αφουγκραστώ. Όχι για να βρω απαντήσεις, αλλά για να επιβεβαιώσω ότι ακόμη μπορώ να ρωτώ. Η σιωπή γύρω μου δεν είναι πια απειλητική. Είναι παρούσα, σαν παλιά φίλη που δεν χρειάζεται να πει πολλά. Και τότε είναι που καταλαβαίνω: ίσως ο προορισμός να μην είναι κάπου μακριά, αλλά εδώ — στην ίδια τη διαδρομή.
Οι μέρες περνούν, μα όχι πάντα με τον ίδιο ρυθμό. Κάποιες σέρνονται αργά, γεμάτες αναμονή, κι άλλες περνούν σαν αστραπή, αφήνοντας πίσω τους μόνο ένα ίχνος φωτός. Κι εγώ, ανάμεσά τους, προσπαθώ να κρατηθώ από τα μικρά: από ένα χαμόγελο, ένα φύλλο που πέφτει, τη μυρωδιά του βρεγμένου χώματος, τη φωνή κάποιου αγαπημένου στο νου μου.
Δεν ξέρω αν υπάρχει τελική απάντηση. Ξέρω όμως πως κάθε φορά που επιλέγω να δω, να νιώσω, να γράψω — να σταθώ μέσα στη στιγμή και να την τιμήσω — κάτι μέσα μου φωτίζεται. Κι αυτό το μικρό, σχεδόν ανεπαίσθητο φως, είναι αρκετό.
Ακόμη κι αν όλα κάποτε ξεχαστούν, ακόμη κι αν το όνομά μου διαλυθεί στον αέρα σαν άμμος, εγώ θα έχω υπάρξει. Θα έχω αγαπήσει, θα έχω ονειρευτεί, θα έχω προσπαθήσει να καταλάβω το σκοτάδι όχι για να το νικήσω, αλλά για να του δώσω φωνή.
Και κάπως έτσι, ίσως μια μέρα, κάποιος άλλος — ένας άγνωστος περιπατητής της σιωπής — να βρει ένα ίχνος από εμένα. Όχι σε λέξεις, αλλά στον τρόπο που το κύμα θα τον αγγίξει απαλά, ή σε μια σιωπή που ξαφνικά θα του φανεί οικεία.
Και τότε, χωρίς να το ξέρει, θα με έχει συναντήσει.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου