Αποκοπή κινηματογραφικου καρέ από την Ταινία "The Asylum psychological thriller." 1962.

 



Ένας άντρας φτάνει νύχτα σε ένα άσυλο όπου η φρίκη έχει πάρει μορφή τελετής, με κρεμασμένα σώματα και τρόφιμους που παίζουν με ένα κομμένο κεφάλι σαν να είναι μπάλα.

Μέσα στο χάος, μια γυναίκα θρηνεί το ακέφαλο σώμα της αγαπημένης της και, όταν μαθαίνει την αλήθεια, μετατρέπει τη θλίψη της σε αμείλικτη εκδίκηση.

Ορμά εναντίον των ενόχων με τελετουργική αποφασιστικότητα, σκορπίζοντας αίμα και σιωπή στην αυλή.

Ο άντρας παρακολουθεί χωρίς πανικό, σαν να γνωρίζει πως όσα συμβαίνουν αποτελούν μέρος μιας σκοτεινής διαδικασίας κρίσης.

Σύντομα αποκαλύπτεται ότι ένα αόρατο «Δικαστήριο» συγκεντρώνεται, όχι για να τιμωρήσει σώματα αλλά για να ξεγυμνώσει ψυχές.

Οι επιζώντες αναγκάζονται να θυμηθούν τα εγκλήματά τους, και το άσυλο μετατρέπεται από τόπο τρέλας σε καθρέφτη ενοχής και αποκάλυψης.


Ο δρόμος έτριζε κάτω από τα λάστιχα με έναν μονότονο, υπόγειο βόμβο, σαν καρδιά που χτυπά πριν από την ετυμηγορία. Εκείνος οδηγούσε με το βλέμμα καρφωμένο μπροστά, το σαγόνι του σφιγμένο τόσο που έμοιαζε έτοιμο να ραγίσει. Η καύτρα του τσιγάρου του άναβε και έσβηνε στο σκοτάδι, μια μικρή κόκκινη σπίθα απέναντι σε κάτι που ερχόταν αναπόφευκτα. Οι προβολείς έσκιζαν την ομίχλη σαν λεπίδες από ασήμι, ανοίγοντας δρόμο προς το μέρος όπου οι σκιές δεν απλώς έπεφταν καταβρόχθιζαν.


Οι πύλες του ασύλου ήταν ανοιχτές διάπλατα, σαν στόμα που περίμενε να καταπιεί τον επόμενο επισκέπτη. Η αυλή έμοιαζε με θεατρική σκηνή φρίκης. Τα φώτα τρεμόπαιζαν πάνω στο υγρό γρασίδι, και από τους σιδερένιους φανοστάτες κρέμονταν σώματα νοσοκόμων, να αιωρούνται αργά στον άνεμο, σαν σάπια φρούτα έτοιμα να πέσουν. Τα πόδια τους χτυπούσαν ρυθμικά, με έναν πνιχτό ήχο που διαπερνούσε την ομίχλη.


Οι κραυγές δεν ακούγονταν καθαρές· ήταν κοφτές, σπασμένες, σαν να έβγαιναν από λαρύγγια γεμάτα γυαλιά. Στη μέση της αυλής, μέσα στη λάσπη και το γκρίζο, οι τρόφιμοι είχαν σχηματίσει κύκλο. Κάτω από το παγωμένο φως του φεγγαριού, κλωτσούσαν κάτι που γύριζε και ξαναγύριζε στο χώμα. Δεν ήταν μπάλα. Ήταν ένα κεφάλι, με μαλλιά κολλημένα από αίμα, με μάτια ορθάνοιχτα και άδεια.


Ένα πιάνο θρηνούσε μέσα στο κτίριο. Οι νότες έπεφταν κοφτές, ασύνδετες, σαν δόντια που τρίζουν στο κρύο. Η μελωδία ανέβαινε στους τοίχους και κολλούσε πάνω τους, αφήνοντας πίσω της ένα ίχνος που πάγωνε την ψυχή.


«Πέτα το εδώ!» φώναζε ένας από τους άντρες, απλώνοντας βρόμικα χέρια.

«Είσαι αργός!» γελούσε άλλος. «Θέλει ταχύτητα για να σκοράρεις!»


Και το κεφάλι ξανακλωτσήθηκε. Τα δόντια χτύπησαν μεταξύ τους με έναν κούφιο ήχο.


Η κάμερα αν υπήρχε κάμερα θα κατέβαινε χαμηλά, στο επίπεδο της λάσπης. Το κεφάλι γύριζε αργά, αθόρυβα, σαν να παρατηρούσε. Ήταν μάρτυρας. Δικαστής. Κάτι που είχε δει τα πάντα και τώρα δεν μπορούσε να μιλήσει.


Λίγο πιο πέρα, πίσω από το χάος, υπήρχε ένας μικρός κήπος. Εκεί η σιωπή ήταν βαριά, σαν πνιγηρό κλήμα που τύλιγε τα πάντα. Καρέκλες αναποδογυρισμένες, αίμα πάνω στα φύλλα, σώματα σκορπισμένα στο γρασίδι.


Στο κέντρο καθόταν μια γυναίκα. Κρατούσε στην αγκαλιά της το ακέφαλο σώμα μιας νοσοκόμας, ντυμένο στα λευκά. Το νανούριζε απαλά, ψιθυρίζοντας ένα όνομα που μόνο εκείνη άκουγε. Τα δάχτυλά της χάιδευαν τον σκισμένο λαιμό με τρυφερότητα σχεδόν μητρική.


«Γιατί έκρυψες το κεφάλι σου;» μουρμούριζε. «Ξέρεις πως αγαπούσα το φως στα μάτια σου…»


Ένας άντρας στάθηκε στην πύλη του κήπου. Χαμογελούσε, μα το χαμόγελο δεν άγγιζε τα μάτια του.

«Πώς είναι ο αγαπημένος σου απόψε;» ρώτησε ήρεμα.


Εκείνη γύρισε απότομα. Στα μάτια της δεν υπήρχε πια θλίψη — μόνο φωτιά.

«Το πήρε! Το έκρυψε από κακία!» ούρλιαξε.


Ο άντρας έγειρε το κεφάλι.

«Ίσως το δάνεισε στους έξω. Χρειάζονταν κάτι στρογγυλό για παιχνίδι.»


Η σιωπή που ακολούθησε ήταν λεπτή σαν μεταξωτό ύφασμα που σκίζεται.


Η γυναίκα σηκώθηκε. Η τρέλα της δεν ήταν πια εύθραυστη· είχε γίνει όπλο. Έσυρε το ακέφαλο σώμα πίσω της, σαν ιερό φορτίο, και πλησίασε τα καρφωμένα πτώματα. Με μια απότομη κίνηση τράβηξε δύο μακριές λεπίδες από τα στήθη τους. Το μέταλλο γυάλισε στο φως.


«Θα φυλάς το σώμα του!» φώναξε σε κάποιον αόρατο. «Μην τον αφήσεις να φύγει!»


Και προχώρησε προς την αυλή.


Οι τρόφιμοι πάγωσαν όταν την είδαν. Το αίμα είχε βάψει τα ρούχα της. Τα μάτια της έλαμπαν σαν φλόγες μέσα σε κρανίο.


«Αυτό είναι η ψυχή του!» βρυχήθηκε. «Παίξατε με το στόμα που μου μιλούσε!»


«Συγγνώμη…» ψέλλισε ένας.

«Μας έκανε να γελάμε…» είπε άλλος.


Δεν καταλάβαιναν. Δεν μπορούσαν.


Η γυναίκα όρμησε. Οι λεπίδες έσχισαν τον αέρα, και η αυλή γέμισε με ήχους μετάλλου και ζώων. Οι κραυγές άλλαξαν τόνο· τώρα δεν ήταν παιχνίδι.


Το αίμα άρχισε να ποτίζει το χώμα, να ανακατεύεται με τη λάσπη, να σχηματίζει σκοτεινές λίμνες κάτω από το άγρυπνο φεγγάρι.


Και μέσα στη νύχτα του ασύλου, χωρίς μάτια και χωρίς έλεος, η εκδίκηση βρήκε τη δική της μορφή.



Ο άντρας που είχε φτάσει με το αυτοκίνητο στάθηκε ακόμη δίπλα στην ανοιχτή πόρτα. Το τσιγάρο είχε καεί ως τα δάχτυλά του, μα δεν το ένιωσε. Το πέταξε μηχανικά στη λάσπη και το πάτησε, σαν να ήθελε να σβήσει όχι τη φωτιά, αλλά τη σκέψη.


Η κραυγή της γυναίκας έσκισε τη νύχτα για δεύτερη φορά.


Δεν έτρεξε αμέσως. Παρατηρούσε. Είχε δει πολέμους μέσα σε αίθουσες δικαστηρίων, είχε ακούσει ψέματα να ντύνονται αλήθειες και αλήθειες να σφαγιάζονται σαν ζώα. Μα αυτό… αυτό δεν ήταν χάος. Ήταν τελετή.


Η γυναίκα κινούνταν ανάμεσα στους τρόφιμους σαν σκιά που απέκτησε σώμα. Οι λεπίδες της δεν έκαναν άσκοπες κινήσεις· κάθε χτύπημα ήταν στοχευμένο, σχεδόν τελετουργικό. Δεν υπήρχε λύσσα στο βλέμμα της πια, αλλά μια απόκοσμη διαύγεια.


Οι άντρες σκορπίστηκαν. Το «παιχνίδι» είχε τελειώσει. Το κεφάλι έμεινε μόνο στη λάσπη, γυρισμένο στο πλάι, με το ένα μάτι μισάνοιχτο προς τον ουρανό.


Το πιάνο μέσα στο άσυλο σταμάτησε απότομα.


Σιωπή.


Ο άντρας προχώρησε τελικά. Τα βήματά του ήταν αργά, σταθερά. Κανείς δεν του έδινε σημασία. Όσοι είχαν απομείνει ζωντανοί είχαν γονατίσει, άλλοι έκλαιγαν, άλλοι γελούσαν σπασμωδικά.


Η γυναίκα στεκόταν στο κέντρο της αυλής, τα χέρια της χαμηλωμένα, οι λεπίδες να στάζουν. Η ανάσα της βαριά, αλλά τα μάτια της καθαρά.


«Τελείωσε;» τη ρώτησε ήρεμα.


Εκείνη τον κοίταξε σαν να τον έβλεπε για πρώτη φορά.

«Όχι», απάντησε. «Τώρα αρχίζει.»


Έσκυψε και πήρε στα χέρια της το κεφάλι με προσοχή, σαν να ήταν εύθραυστο πορσελάνινο αντικείμενο. Το καθάρισε με την άκρη του φορέματός της, σκουπίζοντας τη λάσπη από τα μάγουλα.


«Τους συγχώρησα», είπε χαμηλόφωνα.


Ο άντρας συνοφρυώθηκε.

«Αυτό δεν έμοιαζε με συγχώρεση.»


«Δεν ήταν για αυτούς», ψιθύρισε. «Ήταν για εκείνον.»


Μια σειρήνα ακούστηκε μακριά. Ή ίσως ήταν ο άνεμος μέσα στα δέντρα. Δύσκολο να ξεχωρίσεις.


Ο άντρας έβγαλε από το παλτό του ένα μικρό δερμάτινο τετράδιο. Το άνοιξε. Στις σελίδες του υπήρχαν ονόματα. Δεκάδες ονόματα. Δίπλα σε κάθε ένα, μια σημείωση. Μια ημερομηνία. Ένα σύμβολο.


«Η ψυχή δεν κόβεται τόσο εύκολα όσο το σώμα», είπε, σαν να διάβαζε από αόρατο κείμενο. «Αυτό που αποκόπηκε απόψε δεν ήταν κεφάλι. Ήταν η τελευταία τους αυταπάτη.»


Η γυναίκα τον πλησίασε. Το αίμα στα χέρια της είχε αρχίσει να στεγνώνει.

«Εσύ τους έφερες εδώ», είπε χωρίς κατηγορία.


«Εγώ απλώς άνοιξα την πόρτα», απάντησε.


Ένα φως άναψε σε ένα παράθυρο του ασύλου. Έπειτα άλλο ένα. Και άλλο. Σαν μάτια που ξυπνούσαν.


Από την κεντρική είσοδο άρχισαν να βγαίνουν μορφές. Όχι τρόφιμοι. Όχι νοσοκόμες. Φορούσαν σκούρα ρούχα, τα πρόσωπά τους ανέκφραστα. Κρατούσαν φακούς, μα δεν τους άναβαν.


«Το Δικαστήριο συγκεντρώνεται», είπε ο άντρας.


Η γυναίκα έσφιξε το κεφάλι στην αγκαλιά της. Για μια στιγμή, τα μάτια του έμοιασαν να λαμπυρίζουν στο φως.


Οι μορφές στάθηκαν κυκλικά γύρω τους. Κανείς δεν μιλούσε.


Ο άντρας έκανε ένα βήμα μπροστά.

«Η κατηγορία: διαμελισμός ψυχής. Η ποινή: αποκάλυψη.»


Το χώμα άρχισε να τρέμει ελαφρά. Από κάτω του αναδύθηκε μια χαμηλή βοή, σαν χιλιάδες ψίθυροι που μιλούσαν ταυτόχρονα.


Οι τρόφιμοι που είχαν επιζήσει άρχισαν να ουρλιάζουν ξανά. Μα αυτή τη φορά δεν ήταν από τρέλα. Ήταν από μνήμη.


Θυμήθηκαν.


Θυμήθηκαν τα χέρια τους, τις πράξεις τους, τα βλέμματα που είχαν αγνοήσει, τα σώματα που είχαν σπρώξει στο σκοτάδι. Η αυλή δεν ήταν πια πεδίο παιχνιδιού. Ήταν καθρέφτης.


Η γυναίκα γονάτισε.

«Άκουσέ τους», ψιθύρισε στο κεφάλι. «Σου επιστρέφουν αυτό που πήραν.»


Ο άντρας έκλεισε το τετράδιο. Ένα ακόμη όνομα έσβησε μόνο του από τη σελίδα.


Το φεγγάρι κρύφτηκε πίσω από σύννεφα.


Και το Άσυλο, που για χρόνια κρατούσε τη σιωπή του σαν θηρίο δεμένο, άρχισε επιτέλους να μιλά.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου