Το κοιμητήριο του Σαν Μάρκο δεν δεχόταν επισκέπτες τους δοκίμαζε.
Η Εβελίνα στάθηκε μπροστά στο παλιό μαυσωλείο καθώς το τελευταίο φως του δειλινού έσβηνε πίσω από τα κυπαρίσσια. Οι σκιές δεν έπεφταν πάνω στους τάφους έμοιαζαν να αναδύονται από αυτούς. Άπλωσε το χέρι της και ακούμπησε το ανάγλυφο μάρμαρο.
Το άγγιγμα ήταν μια αποκάλυψη.
Η πέτρα δεν ήταν απλώς ψυχρή. Ήταν μια ακινησία που είχε αποκτήσει μορφή. Μια παγωνιά τόσο βαθιά, ώστε δεν ανήκε στον καιρό αλλά στον χρόνο. Ένιωσε τα δάχτυλά της να μουδιάζουν καθώς ακολουθούσαν τις φθαρμένες λατινικές λέξεις. Η υγρασία του μαρμάρου ανέβαινε αργά στην παλάμη της, σαν κάποιος αόρατος οργανισμός να απορροφούσε τη ζωντάνια της.
Τότε συνέβη κάτι παράξενο.
Τα ονόματα γύρω της άρχισαν να σβήνουν. Όχι από τις ταφόπλακες, αλλά από τη μνήμη της. Ξέχασε το όνομα του πατέρα της. Ύστερα της μητέρας της. Ύστερα το δικό της. Πανικοβλήθηκε και έκανε ένα βήμα πίσω, όμως το κοιμητήριο έμοιαζε να έχει αλλάξει θέση. Τα μονοπάτια είχαν μετακινηθεί αθόρυβα, σαν να ανασχηματίζονταν σύμφωνα με μια γεωμετρία που μόνο οι νεκροί κατανοούσαν.
Στο κέντρο του προαυλίου στεκόταν ένας ηλικιωμένος άνδρας ντυμένος στα μαύρα. Δεν κρατούσε φανάρι ούτε μπαστούνι. Μόνο ένα μικρό σημειωματάριο.
«Τι γράφετε;» τον ρώτησε με φωνή που δεν αναγνώριζε ως δική της.
Ο άνδρας χαμογέλασε αμυδρά.
«Όσα ξεχνάτε εσείς.»
Άνοιξε το τετράδιο. Οι σελίδες του ήταν γεμάτες ονόματα, ημερομηνίες, παιδικά γέλια, υποσχέσεις, βλέμματα, μικρές καθημερινές λεπτομέρειες. Ήταν οι αναμνήσεις ανθρώπων που είχαν αγγίξει το μάρμαρο και είχαν αφήσει πίσω τους ένα ανεπαίσθητο κομμάτι του εαυτού τους.
«Κανείς δεν φεύγει από εδώ όπως ήρθε», είπε ήρεμα. «Το κοιμητήριο δεν φυλά μόνο τους νεκρούς. Φυλά και ό,τι εγκαταλείπουν οι ζωντανοί.»
Η Εβελίνα κοίταξε ξανά την παλάμη της. Εκεί όπου πριν υπήρχαν μόνο λεπτές γραμμές, είχε εμφανιστεί μια αχνή φλέβα λευκού μαρμάρου, σαν το σώμα της να είχε αρχίσει να μεταφράζεται σε πέτρα.
Έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να θυμηθεί το όνομά της.
Χρειάστηκε αρκετή ώρα.
Όταν τελικά το ψιθύρισε, ο αέρας αναδεύτηκε και οι σκιές υποχώρησαν για μια στιγμή. Ο ηλικιωμένος είχε εξαφανιστεί. Το σημειωματάριο όμως βρισκόταν πλέον στα σκαλιά του μαυσωλείου.
Δεν το πήρε.
Βγήκε από το κοιμητήριο λίγο πριν νυχτώσει, με την αίσθηση πως είχε διασχίσει όχι έναν τόπο, αλλά μια λεπτή ρωγμή ανάμεσα στη μνήμη και στη λήθη.
Χρόνια αργότερα, όταν προσπάθησε να περιγράψει το Σαν Μάρκο, δεν μπόρεσε να θυμηθεί την αρχιτεκτονική του ούτε τα αγάλματα ούτε τις επιγραφές.
Θυμόταν μόνο το άγγιγμα της πέτρας.
Και τη βεβαιότητα πως υπάρχουν μέρη όπου οι άνθρωποι δεν αφήνουν λουλούδια στους νεκρούς αφήνουν, χωρίς να το αντιλαμβάνονται, μικρά κομμάτια της ίδιας τους της ψυχής

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου